Κυριακή, 12 Αυγούστου 2018

ΔEN ΣΥΓΧΩΡΕΙΣ; ΔΕΝ ΘΑ ΣΩΘΕΙΣ!



Κυριακὴ ΙΑ΄ Ματθαίου (Ματθ. 18,23-35) 
Ὁμιλία τοῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου


«Τότε προσελθὼν αὐτῷ ὁ Πέτρος εἶπε· Κύριε, ποσάκις ἁμαρτήσει εἰς ἐ­μὲ ὁ ἀδελφός μου καὶ ἀφήσω αὐτῷ; ἕως ἑπτάκις; λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Οὐ λέγω σοι ἕως ἑπτάκις, ἀλλ᾽ ἕως ἑβδομηκοντάκις ἑπτά» (Ματθ. 18,21-22)
Τί μᾶς λέει, ἀγαπητοί μου, τὸ εὐαγγέλιο σή­μερα; Πολλὰ ὡραῖα πράγματα· διαμάντια εἶνε τὰ λόγια του. Γιά νὰ τὰ προσέξουμε.
Τὸ εὐαγγέλιο μᾶς διδάσκει, ὅτι ὁ Θεὸς εἶνε εὔσπλαχνος, ὅτι ἔχει ἄπειρη ἀγάπη· ὅταν ἐ­μεῖς καταφεύγουμε μὲ ταπείνωσι καὶ συντρι­βὴ καρδίας στὸ ἔλεός του, ἐ­κεῖνος συγχωρεῖ ἀκόμη καὶ τὰ πιὸ μεγάλα ἁμαρτήματά μας.
Μὲ τὴ σημερινὴ παραβολὴ ὅμως, τῶν μυρί­­ων ταλάντων (βλ. Ματθ. 18,23-35), ὁ Χριστός μας προειδοποιεῖ ὅλους ὅτι, ἂν θέλουμε νὰ δείξῃ σ᾽ ἐ­μᾶς τὴ μεγάλη του εὐσπλαχνία, πρέπει νὰ δεί­ξουμε κ᾽ ἐμεῖς ἀμέριστη τὴν εὐσπλα­χνία μας στὸ συν­άνθρωπό μας.
Τὴν ἀφορμὴ γιὰ νὰ πῇ τὴν παραβολὴ αὐτὴ ὁ Χριστὸς τοῦ ἔδωσε τὸ ἐρώτημα ἑνὸς μαθη­τοῦ του.
Εἶνε τὰ λόγια ποὺ ἀκούσατε στὴν ἀρ­χή·
Δηλαδή, ἡ συγχώρησις δὲν τελειώνει σὲ μερι­κὲς μετρημένες φορές· πρέπει νὰ συνεχίζεται ­ὅσο διαρκεῖ ἡ ζωή μας, γιατὶ εἶνε ἀπαραίτητη στὸ κάθε βῆμα ποὺ κάνουμε.
Αὐτὸ λέει ἐδῶ ὁ Χριστὸς γιὰ νὰ μᾶς βοηθήσῃ νὰ σωθοῦμε.
Μᾶς ἀγαπᾷ ὁ Θεὸς καὶ θέλει τὴ σωτηρία ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Κάθε πατέρας θέλει πάντοτε τὸ καλὸ τοῦ παιδιοῦ του, καὶ ὁ οὐ­ράνιος Πατέρας θέλει τὴν αἰώνια εὐτυχία μας.
Γι᾽ αὐ­τὸ μᾶς δίνει συμβουλὲς καὶ ἐντολές.
Γιὰ νὰ τηρήσουμε λοιπὸν τὴ συμβουλή του θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω τὴν ἐντολή του.
Ποιά ἐντολή;
* * *
Εἶνε, ἀγαπητοί μου, μιὰ εὔκολη, πολὺ εὔ­κολη ἐντολή.
Δὲν θὰ σᾶς πῶ νὰ σηκώσετε ἕ­να βουνό, αὐτὸ εἶνε ἀδύνατον· ἕνα χαλικάκι θὰ σᾶς δώσω νὰ σηκώσετε σήμερα.
Ποιός δὲν μπορεῖ νὰ σηκώσῃ ἕνα χαλικάκι; ἀκόμη καὶ τὸ μικρὸ παιδὶ μπορεῖ.
Ἕνα χαλικάκι.
Καὶ ὅμως δὲν τὸ σηκώνουμε!
Ἐνῷ ἡ ἐντολὴ εἶνε εὔκολη, ὁ δαίμονας δὲν μᾶς ἀφήνει νὰ τὴν κάνουμε πρᾶξι· μᾶς φαίνεται βουνό.
Γιατί;
Γιατὶ ἔχουμε τὸ κακὸ μέσα μας.
Ποιό εἶνε τὸ χαλικάκι αὐτό;
Προσέξτε.
Ἐ­δῶ στὸν κόσμο δὲν ζοῦμε μόνοι μας.
Ἔ­φτεια­ξε ἔτσι ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρω­πο ὥστε νὰ μὴ μπο­ρῇ νὰ ζήσῃ μόνος· ὁ ἄντρας ἔχει ἀνάγκη τὴ γυναῖκα, ἡ γυναίκα ἔχει ἀνάγκη τὸν ἄντρα, τὰ παιδιὰ ἔχουν ἀνάγκη τοὺς γονεῖς, ὁ γείτο­νας ἔχει ἀνάγκη τὸ γείτονα κ.τ.λ..
Ἔτσι πλησι­άζουν, συμβιώνουν, μαζεύονται ὅλοι καὶ σχη­ματίζονται συνοικίες, χωριά, πολιτεῖες καὶ χῶ­ρες· δὲν μπορεῖ νὰ ζή­σῃ κανείς μόνος.
Ἐξ­αίρεσι ἀποτελοῦν ὅσοι ζοῦν στὰ βουνὰ καὶ στὰ μοναστήρια· οἱ ἄλλοι ζοῦμε μέσ᾽ στὴν κοι­­νωνία καὶ συνάπτουμε μεταξύ μας ποι­κίλες σχέσεις (προσωπικές, οἰκογενειακές, συγ­γενικές, φιλικές, ἐργασιακές, κοινωνικές, καὶ προπαντὸς πνευματικές -ψυχικές).
Καὶ ὅπως λέει ὡραῖα ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὶς ἐπιστολές του (βλ. Α΄ Κορ. 12,12-31), ἡ κοινωνία μας καὶ ἡ Ἐκκλησία μας εἶνε σὰν τὸ ἀν­θρώπινο σῶμα.
Ὅπως τὸ σῶ­μα δὲν εἶνε ἕνα πρᾶ­γμα, ἀλλὰ εἶνε πολλά (μάτια, αὐτιά, καρδιά, χέρια, πόδια, διάφορα μέλη ποὺ ὅλα μαζὶ συν­εργάζονται γιὰ νὰ λειτουργῇ ὁ ἄνθρωπος), ἔτσι καὶ στὴν κοινωνία καὶ στὴν Ἐκκλησία συμβιώνουν πολλοί, καὶ ὅλοι χρειάζονται.
Ἀλλὰ ὅλοι δὲν εἶνε ἅγιοι.
Ἂν ἦταν ὅλοι ἅγιοι, ἡ Γῆ αὐτὴ θὰ ἦταν παράδεισος.
Δυστυχῶς δὲν εἴμαστε ἅγιοι.
Ὅλοι μας (ἄντρες – γυναῖ­κες, πλούσιοι – φτωχοί, λαϊκοὶ – κληρικοί), ὅ­λοι οἱ ἄνθρωποι εἴμαστε ἀτελεῖς κ᾽ ἔχουμε μέσα μας τὸ κεντρὶ τοῦ κακοῦ.
Ὅπως κεν­τοῦν ἡ σφήγκα καὶ ὁ σκορπιός, ἔτσι συχνὰ ὁ ἄν­θρωπος κεντάει τὸ διπλα­νό του· τὸν ἐνοχλεῖ, τὸν πειράζει, τὸν ὑβρίζει, τὸν κακολογεῖ, τὸν συκοφαντεῖ, τὸν κλέβει, τὸν περιφρονεῖ, τὸν παραγκωνίζει, τὸν βλάπτει, τὸν ἀδικεῖ.
Τὸ εὐαγγέλιο λοιπὸν ὑποδεικνύει πῶς πρέπει νὰ σταθοῦμε ἀπέναντι σὲ ὅποιον τυχὸν μᾶς ἔχει κάνει κάποιο κακό, μᾶς ἔχει βλάψει εἴτε στὰ ὑλικὰ εἴτε στὰ πνευματικὰ πράγματα.
Τί πρέπει νὰ κάνουμε; νὰ κρατᾶμε μέσα μας μῖσος;
Ὄχι, λέει τὸ εὐαγγέλιο· πρέπει νὰ συγχωροῦ­με ὁ ἕνας τὸν ἄλλο.
Ἡ συγχώρησις εἶνε ὅ,τι πιὸ ὡραῖο ὑπάρχει στὸν κόσμο.
Ὁ ἄν­τρας νὰ συγχωρῇ τὴ γυναῖκα καὶ ἡ γυναί­κα τὸν ἄντρα, ὁ πατέρας καὶ ἡ μάνα νὰ συγχωροῦν τὰ παιδιὰ καὶ τὰ παιδιὰ τοὺς γονεῖς, οἱ νύφες νὰ συγχωροῦν τὶς πεθερὲς καὶ οἱ πεθερὲς τὶς νύφες, ὁ κάθε συγγενὴς καὶ γείτονας νὰ συγχωρῇ τὸν ἄλλο.
Ἂν δὲν ὑπάρχῃ συγχώρησις, δὲν ὑπάρχει κοινωνία.
Νὰ δίνου­με καὶ νὰ παίρνουμε συγχώρησι πάντοτε.
Εὔκολο εἶνε αὐτό.
Τὸ κάνουμε ὅμως;
Πάει κάποιος στὸν πνευματικὸ καὶ ἐξομολογεῖται τὰ ἁμαρτήματά του· καὶ ὅπως ὁ γιατρὸς δίνει φάρμακα στὸν ἄρρωστο γιὰ νὰ γί­νῃ καλά, ἔ­τσι καὶ ὁ πνευματικὸς δίνει τὰ δικά του φάρμακα.
–Νὰ νηστέψῃς, λέει· κ᾽ ἐκεῖνος νηστεύ­ει.
–Νὰ δίνῃς ἐλεημοσύνη· κ᾽ ἐκεῖνος δίνει ἐ­λεημοσύνη.
–Νὰ κάνῃς κάθε βράδυ μετάνοιες· κ᾽ ἐκεῖνος κάνει μετάνοιες. Ἅμα ὅμως τοῦ πῇ
–Νὰ συγχωρήσῃς τὸ γείτονά σου, τότε ἐ­κεῖ­νος ἀρνεῖται·
–Ὄχι, ὄχι, δὲν τὸν συγχωρῶ.
Μοῦ ᾽λεγε ἕνας πνευματικὸς τὸ ἑξῆς. Σ᾽ ἕ­να χωριὸ πέθαινε κάποιος γέρος 85 χρονῶν, καὶ μ᾽ ἕνα γείτονά του εἶχε 50 χρόνια νὰ μιλήσῃ. Δίπλα καθόταν, τὸν συναντοῦσε κάθε πρωί, μὰ «καλημέρα» δὲν τοῦ ἔλεγε. Καὶ τώρα πέθαινε. Τοῦ λέει ὁ πνευματικός·
–Συχώρεσέ τον· εἶνε ἀπ᾽ ἔξω, ἕτοιμος νὰ σοῦ βάλῃ μετάνοια γιὰ ὅ,τι σοῦ ἔφταιξε.
–Ὄχι, ὄχι
–Μὰ πεθαίνεις, θὰ πάρουν τὴν ψυχή σου οἱ δαίμονες! Τίποτα αὐτός. Καὶ πέθανε ἔτσι, χωρὶς νὰ δώσῃ συγχώρησι. Μεγάλο κακὸ αὐτό.
Ξέρετε πῶς μοιάζουμε; σὰν τὴν καμήλα, τὸ ζῷο αὐτὸ τῆς Ἀνατολῆς καὶ τῆς Ἀφρικῆς.
Τὴν πείραξες τὴν καμήλα; Ὅσα χρόνια νὰ περάσουν, δὲν τὸ ξεχνάει· ἅμα σὲ ξαναδῇ, τὸ θυ­μᾶται καὶ θέλει νὰ σ᾽ ἐκδικηθῇ.
Γι᾽ αὐτὸ λένε, «Αὐτὸς ἔχει μνησικακία σὰν τὴν καμήλα».
Ἀλ­λὰ ἡ καμήλα εἶνε ζῷο, ὁ Χριστιανὸς εἶνε ἄν­θρωπος καὶ διδάχθηκε τὴν ἀγάπη.
Τὸ εὐαγγέλιο μᾶς μαθαίνει, νὰ μὴν κρατᾶ­με στὴν ψυχή μας μῖσος καὶ κακία, ἀλλὰ νὰ ἔ­χουμε ἀγάπη καὶ νὰ συγχωροῦμε ὅλους, ὅπως ὁ Χριστός, ποὺ πάνω ἀπ᾽ τὸ σταυρό του συγχώ­ρησε τοὺς σταυρωτάς του.
Ἡ συγχώρησις εἶνε ὅρος σωτηρίας ἀπαραίτητος.
Χίλια κεριὰ ν᾽ ἀνάψῃς, χίλια καντήλια ν᾽ ἀφιερώσῃς, χίλιες μετάνοιες νὰ κάνῃς, χίλιες ἐλεημοσύνες νὰ δώσῃς, χίλια προσκυνή­ματα νὰ πᾷς στὰ Ἰεροσόλυμα, χίλιες ἐκκλησίες νὰ χτίσῃς, ἂν δὲν συγχωρῇς τὸν ἐχθρό σου, παράδεισο δὲν βλέπεις· πάει τελείωσε.
Συχωρᾷς; θὰ σὲ συχωρέσῃ ὁ Θεός – δὲν συχω­ρᾷς; δὲν θὰ σὲ συχωρέσῃ.
Τὸ λέει τὸ εὐ­αγγέλιο καθαρὰ καὶ πρέπει νὰ τὸ προσέξουμε.
Τί λέμε κάθε μέρα στὸ «Πάτερ ἡμῶν» (βλ. Ματθ. 6,12);
Πατέρα μας, εἴ­μαστε ἁμαρτωλοί· σὲ παρα­καλοῦμε, συχώρεσέ μας γιὰ τὰ ἁμαρτήματα ποὺ κάναμε, κ᾽ ἐμεῖς σοῦ δίνουμε ὑπόσχεσι ὅτι συγχω­ροῦμε αὐτοὺς ποὺ μᾶς ἀδίκησαν.
Τέτοια συμφωνία κάνουμε μὲ τὸν Κύριο κάθε φορά.
Τὴν τηροῦμε;
* * *
Καὶ τώρα τὸ συμπέρασμα, ἀγαπητοί μου.
Εἶστε ἄνθρωποι τίμιοι καὶ ἐργατικοί, εἶστε ὅ­λοι ὀρθόδοξοι Χριστιανοί, βαπτισμένοι στὸ ὄ­νομα τοῦ Χριστοῦ. Πόσες οἰ­κογένειες εἶ­στε ἐ­δῶ;
Δὲ μοῦ λέτε, ἔχετε ἀ­γάπη μεταξύ σας;
Εἶνε ὅλες οἱ οἰκογένειες ἀ­γαπημένες;
Ὑπάρχουν ἐδῶ Χριστιανοὶ ποὺ ὁ ἕνας δὲν μιλάει μὲ κάποιον ἄλλο; Λένε ὅλοι μεταξύ τους «καλημέρα – καλησπέρα»;
Ὑπάρχουν νύφες ποὺ δὲν μιλᾶνε μὲ τὶς πεθερὲς καὶ ὑ­πάρχουν πεθε­ρὲς ποὺ δὲν μιλᾶνε μὲ τὶς νύφες τους;
Μήπως εἶνε καὶ τώρα, ἐδῶ μέσα στὴν ἐκ­κλησία, κάποιοι μαλωμένοι ποὺ ἔχουν καιρὸ ἢ καὶ χρόνια νὰ ἐπικοινωνήσουν μεταξύ τους καὶ νὰ συγχωρηθοῦν;
Πῶς αὐτοὶ θὰ πλησιάσουν στὸ ἅγιο ποτήριο νὰ κοινωνήσουν;
Ἂν συμβαίνουν αὐτά, εἶνε σοβαρά, ἀποκλείουν τὴ σωτηρία μας.
Ἂν δὲν ὑπάρχῃ μεταξὺ ὅλων σας ἀγάπη καὶ ὁμόνοια, τότε κρίμα στὰ λόγια καὶ στὴ θρησκευτι­κότητα, κρίμα στὴν ἰδέα ποὺ ἔχεις γιὰ τὸν ἑαυτό σου· δὲν συγχωρεῖ­σαι, θὰ πᾷς στὴν κόλασι.
Ἡ «καλημέρα» κ᾽ ἡ «καλησπέρα» εἶνε τοῦ Θεοῦ.
Νὰ ἔχετε ὅλοι ἀγάπη καὶ νὰ δίνετε μεταξύ σας συγχώρησι.
Ὅποιος ἔχει μῖσος μέσ᾽ στὴν καρδιά του, αὐτὸς δὲν εἶνε τοῦ Θεοῦ, εἶνε τοῦ διαβόλου· ὅποιος ἔχει ἀγάπη στὴν καρδιά του, αὐτὸς εἶνε τοῦ Θεοῦ.
Σᾶς παρακαλῶ λοιπὸν πολύ, νὰ σβήσετε τὰ μίση, νά ᾽χετε ἀγάπη, νὰ εἶστε μιὰ ψυχὴ ἕνας λαὸς ἀγαπημένος, γιὰ νὰ ἔχετε τὴν εὐλογία τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
(Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Θέκλης Μηλοχωρίου – Ἑορδαίας τὴν Τρίτη 10-8-1976.)

Δημοσίευση σχολίου