Τρίτη, 4 Απριλίου 2017

Η Τουρκία μετά το δημοψήφισμα και τα 3 σενάρια αντιμετώπισής της από την Ελλάδα ....


Του Λάμπρου Τζούμη
Αντιστρατήγου ε.α.


Λίγες μέρες απομένουν από το δημοψήφισμα της 16ης Απριλίου στην Τουρκία, στο οποίο οι Τούρκοι πολίτες θα αποφασίσουν αν εγκρίνουν ή απορρίπτουν ένα πακέτο συνταγματικών μεταρρυθμίσεων, οι οποίες θα αναδείξουν τον Ερντογάν σε απόλυτο μονάρχη, ικανό να παραμείνει στην εξουσία, τουλάχιστον μέχρι το 2029. 
Οι δημοσκοπήσεις καταδεικνύουν ότι η μάχη μεταξύ του «ΝΑΙ» και του «ΟΧΙ» προμηνύεται αμφίρροπη.
Σύμφωνα με αυτές, στις αρχές Μαρτίου το ποσοστό υπέρ του «ΝΑΙ» ανερχόταν στο 52% καταγράφοντας πτώση σε σύγκριση με το 55-56% που καταγράφθηκε πριν από ένα μήνα.
Η ένταση που δημιουργήθηκε το τελευταίο διάστημα ανάμεσα στην Τουρκία με την Ολλανδία και τη Γερμανία, εκτιμάται ότι θα κινητοποιούσε τους εθνικιστές και θα έδινε ώθηση στο στρατόπεδο του «ΝΑΙ».
Στο πλαίσιο συσπείρωσης των εθνικιστικών κύκλων, εντάσσεται και η αναβάθμιση της αναθεωρητικής στρατηγικής της Άγκυρας, απέναντι στη χώρα μας, σε επιχειρησιακό και λεκτικό επίπεδο το τελευταίο διάστημα.
Είναι χαρακτηριστικό ότι πριν λίγες μέρες μετά τη σύγκλιση του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας της Τουρκίας, εκδόθηκε ανακοίνωση σύμφωνα με την οποία αφενός μεν έγινε αναφορά στον τερματισμό της επιχείρησης «Ασπίδα του Ευφράτη» στη Συρία και αφετέρου τονίστηκε η διατήρηση των νόμιμων δικαιωμάτων και τουρκικών συμφερόντων στο Αιγαίο.
Επισημάνθηκε ότι δεν θα επιτραπεί σε καμία περίπτωση η δημιουργία τετελεσμένων γεγονότων από την πλευρά της Ελλάδας σε σχέση με τα «προβλήματα» που υπάρχουν ανάμεσα στις δυο χώρες.
Έγινε επίσης αναφορά στο Κυπριακό, με εκτόξευση κατηγοριών προς την ελληνοκυπριακή πλευρά για κωλυσιεργία στις διαπραγματεύσεις, που δημιουργούν αποφάσεις όπως αυτή της κυπριακής Βουλής για τη σχολική διδασκαλία του «ενωτικού» δημοψηφίσματος του 1950.
Η ανακοίνωση του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας της Τουρκίας, αποτυπώνει με ευκρίνεια τις προθέσεις της και την πάγια στρατηγική της προσέγγιση για τη αμφισβήτηση της θαλάσσιας και χερσαίας ελληνικής κυριαρχίας στο Αιγαίο και την Ν.Α. Μεσόγειο. 
Οποιοδήποτε και αν είναι το αποτέλεσμα στο επικείμενο δημοψήφισμα, είναι σίγουρο ότι οι επιδιώξεις της Άγκυρας απέναντι στη χώρα μας δεν πρόκειται να διαφοροποιηθούν και δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται μέσα από ένα πρίσμα προσωρινής σκοπιμότητας.
Η στρατηγική της Τουρκίας είναι μακροχρόνια και αυτό καταδεικνύεται από το γεγονός ότι κεμαλιστές και ισλαμιστές συμμερίζονται την ίδια εθνικιστική προσέγγιση και αντιλαμβάνονται με τον ίδιο ακριβώς τρόπο τα θέματα εξωτερικής πολιτικής.
Υπάρχουν ορισμένοι, που συμμερίζονται απόψεις και ιδέες ότι μια επικράτηση του «ΟΧΙ» ενδέχεται να δρομολογήσει εξελίξεις εμφυλίου πολέμου στο εσωτερικό της Τουρκίας ή ακόμα και διάσπαση αυτής.
Όλοι αυτοί θα πρέπει να λάβουν υπόψη τους μια σταθερά, σύμφωνα με την οποία ανεξαρτήτως εσωτερικών πολιτικών εξελίξεων και περιφερειακών ανακατατάξεων, η Τουρκία θα παραμείνει μια χώρα με ισχυρή γεωπολιτική θέση για τα παγκόσμια συμφέροντα.
Έχει εξάλλου αποδείξει ότι γνωρίζει να εκμεταλλεύεται άριστα τη συγκυρία προκειμένου να ενισχύσει αυτή τη θέση και να διατηρεί την αυτοτελή σημασία της, ανεξαρτήτως επιτυχίας των περιφερειακών σχεδίων της.
Με βάση λοιπόν τα ανωτέρω και ότι η αναθεωρητική στρατηγική της Άγκυρας θα συνεχιστεί ανεξαρτήτως αποτελέσματος στο επικείμενο δημοψήφισμα, θα πρέπει να καθοριστούν οι ρεαλιστικές στρατηγικές επιλογές για τη χώρα μας αντιμετώπισης του «τουρκικού προβλήματος».
Έχει αποδειχθεί ότι η προσπάθεια εξευμενισμού αυτής της εκκολαπτόμενης περιφερειακής ηγεμονικής δύναμης με υποχωρήσεις και παραχωρήσεις δεν έχει φέρει τα αναμενόμενα αποτελέσματα.
Η Τουρκία είναι μια χώρα που καταλαβαίνει και σέβεται την ισχύ.
Θα πρέπει λοιπόν να διατηρήσουμε μια ισορροπία δυνάμεων ή οποία  σε συνδυασμό με τη συντομότερη δυνατή ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας, θα ενισχύσει σημαντικά τις προοπτικές καλής γειτονίας.
Με βάση αυτό, υπάρχουν 3 βασικά σενάρια γύρω από τα οποία θα πρέπει να υπάρξει διακομματική εθνική συνεννόηση για το ποιο είναι το καταλληλότερο :
·                  Το πρώτο σενάριο είναι αυτό του «παγώματος» των διαφορών στο Αιγαίο, με τις σημερινές συνθήκες περιορισμένης έντασης, χαμηλής αλλά όχι μηδενικής πιθανότητας κλιμάκωσης και συγκριτικά μειωμένων αλλά όχι χαμηλών αμυντικών δαπανών.
Είναι όμως μια επιλογή η οποία διατηρεί μια κατάσταση «ανήσυχης ειρήνης» με όλα τα συναφή προβλήματα.
·                  Το δεύτερο είναι αυτό της  υιοθέτησης μιας «δυναμικής» απάντησης από την Ελλάδα.
·                  Η επιλογή αυτή προϋποθέτει μια σημαντική αύξηση των αμυντικών δαπανών, που στην παρούσα συγκυρία, με δεδομένη την οικονομική κατάσταση της χώρας,  δεν μπορεί να συγκεντρώσει πολλές πιθανότητες.
Η επιλογή αυτή επίσης ενέχει ένα μεγάλο ρίσκο : Αν η Τουρκία «μαζευτεί» η στρατηγική έστω και με μεγάλο οικονομικό κόστος κρίνεται επιτυχημένη.
Αν πάλι όχι, αυξάνεται σημαντικά η πιθανότητα ενός θερμού επεισοδίου, ίσως και πολεμικής αναμέτρησης.
·                  Το τρίτο σενάριο είναι η αναζήτηση μιας διπλωματικής διευθέτησης των διαφορών, αρχικά σε διμερές επίπεδο και στη συνέχεια με προσφυγή σε κάποιο διεθνές δικαιοδοτικό όργανο.
Προφανώς η λύση που θα προκύψει από μια τέτοια διαδικασία θα κινείται, όπως συμβαίνει σε περιπτώσεις διαπραγματεύσεων σε μια λογική συμβιβασμού χωρίς να αγνοούνται οι αρχές του διεθνούς δικαίου.
Η επιλογή αυτή όμως δημιουργεί ερωτήματα αν θα κατοχυρώσει τα ζωτικά συμφέροντα της Ελλάδας και αν θα της στερήσει την άσκηση κυριαρχικών δικαιωμάτων, μέσα από μια διαδικασία αμοιβαίου συμβιβασμού.
Ίσως ή καλύτερη επιλογή προκειμένου να αποφευχθεί μια πολεμική σύρραξη την οποία κανείς δεν επιθυμεί είναι ο συνδυασμός του 1ου και 3ου σεναρίου.
Δηλαδή το κέρδος χρόνου με στόχο την απόκτηση περιφερειακού ρόλου, τη διατήρηση της αποτρεπτικής μας ικανότητας, την ανάκτηση  της οικονομικής μας κυριαρχίας και την οικοδόμηση συμμαχιών για μια πιθανή μελλοντική διαπραγμάτευση.
Αυτό που πρέπει να αποφύγουμε την παρούσα φάση  είναι η συνθηματολογία, η συνωμοσιολογία και οι «καφενειακές» συζητήσεις στην άσκηση της εξωτερικής πολιτικής,  στοιχεία τα οποία οδηγούν σε λάθη στρατηγικής και τακτικής που μπορεί να έχουν βαρύ κόστος για τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα της χώρας.